Ο τρόπος διαμόρφωσης

Ο τρόπος διαμόρφωσης και το περιεχόμενο του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Υδατοκαλλιέργειες

 
Η διαδικασία θεσμοθέτησης του «Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Υδατοκαλλιέργειες» (ΕΠΧΣΑΑΥ), μέσω του οποίου η διαχείριση τεράστιων θαλάσσιων και χερσαίων περιοχών της χώρας παραχωρείται σε φορείς που πρακτικά θα ελέγχονται από ιδιωτικές εταιρίες,  βασίστηκε σε δύο παράδοξες επιλογές εκ μέρους της Πολιτείας:
(α) Έγινε ελλείψει θεσμοθετημένου «Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Παράκτιο και Νησιωτικό Χώρο», με αποτέλεσμα να δίδεται αδικαιολόγητη προτεραιότητα στον κλάδο της υδατοκαλλιέργειας να κατοχυρώσει τις περιοχές που κρίνονται κατάλληλες για την ανάπτυξή του.
(β) Δίδει στον κλάδο της Υδατοκαλλιέργειας αδικαιολόγητο προνόμιο αυτορύθμισης, δηλαδή τη δυνατότητα να επιλέξει μόνος του τις περιοχές αυτές και να διαμορφώσει μόνος του το περιεχόμενο του Πλαισίου.
 
Αναμενόμενα, το περιεχόμενο του ΕΠΧΣΑΑΥ ικανοποιεί όλα τα βασικά αιτήματα των εταιριών του κλάδου: χαρακτηρίζει το σύνολο σχεδόν των ελληνικών ακτών και θαλασσών ως κατάλληλο για την ανάπτυξη υδατοκαλλιέργειας (Περιοχές Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών – ΠΑΥ), νομιμοποιεί όλες τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις (η ταύτιση των υφιστάμενων με τις «προτεινόμενες» θέσεις συγκέντρωσης ιχθυοκαλλιεργειών είναι απόλυτη), δίνει πρακτικά απεριόριστη δυνατότητα επέκτασης αδειών, επιφάνειας και παραγωγής και εξασφαλίζει τεράστιες οικονομίες κλίμακας στις εταιρίες ιχθυοκαλλιέργειας. Και όλα αυτά τεκμηριώνονται με υποτιθέμενα επιστημονικά κριτήρια στη βάση επιστημονικά «προβληματικής» μεθοδολογίας.
 
Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του ΕΠΧΣΑΑΥ, «οι ΠΑΥ έχουν επιλεγεί μετά από αξιολόγηση παραμέτρων που έχουν προκύψει από: α) το Στρατηγικό Πλαίσιο Κατευθύνσεων για την Ανάπτυξη των Θαλάσσιων Υδατοκαλλιεργειών στην Ελλάδα τ«τπου εκπονήθηκε τον Δεκέμβριο του 2000 για λογαριασμό της Δ/νσης Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, β) τις Μελέτες ΠΟΑΥ (Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών)  που έχουν εκπονηθεί είτε στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Αλιεία» 2000-2006», είτε στο πλαίσιο των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΠΕΠ) 2000-2006, γ) την πλούσια εμπειρική γνώση και τις δεξιότητες των ήδη λειτουργουσών και βιώσιμων μονάδων, μέσω της οποίας επιβεβαιώνεται η καταλληλότητα για την άσκηση της δραστηριότητας συγκεκριμένων περιοχών, δ) τη χρησιμοποίηση /αξιολόγηση των παρακάτω κριτηρίων…».
 
Μετά την ως άνω αξιολόγηση, κατά την οποία τα πλέον καίρια κριτήρια που αφορούν στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά δεν μετρήθηκαν ποτέ με επιτόπιες μελέτες, αλλά εκτιμήθηκαν σε θεωρητικό επίπεδο, επιλέχθηκαν ως κατάλληλες για τη δημιουργία ΠΟΑΥ, ακριβώς οι ίδιες περιοχές οι οποίες είχαν προταθεί και από τις Μελέτες ΠΟΑΥ, οι οποίες με τη σειρά τους βρίσκονταν εντός των ζωνών ανάπτυξης ιχθυοκαλλιέργειας που είχαν προταθεί από το Στρατηγικό Πλαίσιο Κατευθύνσεων. Εντός των περιοχών αυτών βρίσκονται εγκατεστημένες οι περισσότερες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας οι οποίες λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα, η αδειοδότηση των οποίων τα τελευταία χρόνια βασίζεται σε Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και τεχνικές μελέτες που (κατά αντισυνταγματικό τρόπο, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας) τεκμηριώνουν τη χωροθέτησή τους ακριβώς στις προβλέψεις του Στρατηγικού Πλαισίου του 2000 και στις Μελέτες ΠΟΑΥ του 2000 – 2006.
 
Σύμφωνα με το ΕΠΧΣΑΑΥ, αμέσως με τη θεσμοθέτηση του, οι μονάδες που είναι εγκατεστημένες στις περιοχές αυτές «θεωρούνται εκ προοιμίου ότι υπάγονται στο καθεστώς των ΠΑΣΜ, δηλαδή στο μεταβατικό στάδιο πριν τη δημιουργία ΠΟΑΥ». Οι Μελέτες ΠΟΑΥ (οι οποίες έχουν εκπονηθεί στην βάση των ίδιων δύο «παράδοξων» επιλογών της Πολιτείας για προτεραιότητα και προνόμιο αυτορύθμισης στον κλάδο), κατά κανόνα αποκρύπτουν πραγματικά στοιχεία που αφορούν στην οικιστική και τουριστική ανάπτυξη των υπό μελέτη περιοχών (π.χ. την ύπαρξη ολόκληρων οικισμών, ή τουριστικών καταλυμάτων και αριθμούς κλινών), προκειμένου να υποτιμήσουν τις εναλλακτικές αναπτυξιακές τους προοπτικές, ενώ ορισμένες από αυτές έχουν καταγγελθεί και σε επιστημονικό επίπεδο αναφορικά με την επιστημονική τους ορθότητα (π.χ. η Μελέτη ΠΟΑΥ του Ευβοϊκού – Μαλιακού του 2005 της εταιρίας ΝΑΥΣ). Όπως και η ίδια η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του ΕΠΧΣΑΑΥ, οι Μελέτες ΠΟΑΥ αποτελούν θεωρητικά κείμενα, χωρίς καμία εκτίμηση πραγματικών στοιχείων, μετρήσεων και στατιστικών σε ό,τι αφορά το βασικό αντικείμενό τους, δηλαδή την υφιστάμενη, πολυετή ιχθυοκαλλιεργητική δραστηριότητα στις περιοχές «μελέτης», τις οποίες και κρίνουν ως κατάλληλες για περεταίρω δραστηριότητα. Οι περισσότερες, από τις μελέτες αυτές έχουν εκπονηθεί από την εταιρία LAMANS, τις εταιρίες ΝΕΑΡΧΟΣ και ALPHA MENTOR, την εταιρία ΝΑΥΣ και το ΕΛΚΕΘΕ.
 
Οι ίδιες αυτές μελετητικές εταιρίες, σχεδόν αποκλειστικά, εκπονούν και όλες τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ΜΠΕ και τις τεχνικές μελέτες που αφορούν τις επιμέρους άδειες όλων των μεγάλων εταιριών ιχθυοκαλλιέργειας. Δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις η μελετητική εταιρία στην οποία μια εταιρία ιχθυοκαλλιέργειας έχει αναθέσει την εκπόνηση ΜΠΕ για αδειοδότηση μιας μονάδας της, είναι η ίδια που έχει εκπονήσει (με ανάθεση της Πολιτείας) την Μελέτη ΠΟΑΥ που προβλέπει τη νομιμοποίηση της χωροθέτησης της ίδιας μονάδας ή άλλων μονάδων της ίδιας εταιρίας σε άλλες περιοχές. Οι Μελέτες ΠΟΑΥ, με τη σειρά τους, θεσμοθετούνται τελικά μέσω του ΕΠΧΣΑΑΥ, το οποίο, όπως και τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεών του (ΣΜΠΕ), εκπόνησαν επίσης κάποιες από τις ίδιες μελετητικές εταιρίες, ή «συγγενή» τους σχήματα.Τέλος, το Στρατηγικό Πλαίσιο Κατευθύνσεων για την Ανάπτυξη των Θαλάσσιων Υδατοκαλλιεργειών του 2000 εκπονήθηκε από μελετητική ομάδα στην οποία συμμετείχαν τέσσερις από του μελετητές που εκπόνησαν και τη Μελέτη τουΕΠΧΣΑΑΥ και συγκεκριμένα οι Ν. Αναγνόπουλος (APC), Φ. Παπαθεοδώρου και Γ. Κάρκα (ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΕ) και Π. Παναγιωτ

nu; nu;άtau;